Ισχύον καθεστώς

Σύμβαση εργασίας με δοκιμή υπάρχει όταν ο εργοδότης διατηρεί για εύλογο χρονικό διάστημα το δικαίωμα να κρίνει εάν ο εργαζόμενος διαθέτει τις απαραίτητες για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας ικανότητες, προσόντα και επιμέλεια, προκειμένου να προχωρήσει σε οριστική πρόσληψη. Το χαρακτηριστικό της σύμβασης με δοκιμή είναι ότι καθιστά ευχερέστερη τη λύση της.

Σύμφωνα με τη διάταξη του Ν. 3899/2010, η απασχόληση με σύμβαση αορίστου χρόνου θεωρείται ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου για τους πρώτους δώδεκα μήνες και μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απολύσεως, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική συμφωνία των μερών.

Ουσιαστικά έως τώρα υπάρχουν δύο τρόποι σύναψης δοκιμαστικής σύμβασης εργασίας:

  1. Σύναψη σύμβασης ορισμένου χρόνου, η διάρκεια της οποίας συμπίπτει με την διάρκεια της δοκιμής του εργαζομένου. Μετά τη λήξη της σύμβασης δοκιμής ορισμένου χρόνου, είτε συνάπτεται η οριστική σύμβαση εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου), αν κριθεί κατάλληλος ο δοκιμαζόμενος, είτε όχι. Το πλεονέκτημα της λύσης αυτής είναι ότι, ο χρόνος δοκιμής είναι από πριν ορισμένος και συνεπώς δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση ως προς τον χαρακτηρισμό της σύμβασης από τα συμβαλλόμενα μέρη. Το μειονέκτημα της λύσης αυτής είναι ότι, ο εργοδότης δεν μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση υπό δοκιμή πριν τη λήξη της, παρά μόνο για σπουδαίο λόγο, όπως ορίζεται για όλες τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.
  2. Συμφωνία για έναν συγκεκριμένο χρόνο δοκιμής, αλλά ταυτόχρονα να υπάρχει ευχέρεια λύσεως της σύμβασης, λόγω ακαταλληλότητας του εργαζομένου και πριν τη λήξη του χρόνου δοκιμής. Μπορεί δηλαδή να συμπεριληφθεί ρήτρα στην σύμβαση εργασίας πως η ύπαρξη ή η συνέχιση της σύμβασης εργασίας εξαρτάται από την καταλληλόλητα του εργαζόμενου κατά τον δοκιμαστικό ή ότι η σύμβαση εργασίας ανατρέπεται και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση, αν ο εργαζόμενος κριθεί ακατάλληλος.

 

Νέα ρύθμιση σύμφωνα με τον Ν. 5053/2023

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 5053/2023, το οποίο προστίθεται στον Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου, επανακαθορίζεται η δοκιμαστική περίοδος και η έννοια του δόκιμου εργαζομένου ως ακολούθως:

  1. Ο εργοδότης δύναται, κατά τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, να συμφωνήσει με τον εργαζόμενο δοκιμαστική περίοδο χρονικού διαστήματος έως 6 μηνών, κατά τη διάρκεια της οποίας η σύμβαση ή η σχέση εργασίας τελεί υπό δοκιμή.
  2. Αν, κατά τη διάρκεια ή με το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου, ο εργοδότης κρίνει ότι η δοκιμαστική υπηρεσία του εργαζομένου είναι επιτυχής και διατηρήσει αυτόν στην επιχείρησή του, ως χρόνος έναρξης της σύμβασης λογίζεται η αρχική ημερομηνία πρόσληψης του εργαζομένου για όλα τα δικαιώματά του που στηρίζονται στην απασχόλησή του.
  3. Αν, κατά τη διάρκεια ή με το πέρας του χρονικού διαστήματος της δοκιμαστικής περιόδου, ο εργοδότης κρίνει ότι η δοκιμαστική υπηρεσία του εργαζομένου δεν είναι επιτυχής, η σύμβαση υπό δοκιμή λύεται αυτοδικαίως και ο διανυθείς χρόνος λογίζεται ως χρόνος εργασίας για όλα τα δικαιώματα που παρήχθησαν μέχρι το σημείο της λύσης της.
  4. Σε περίπτωση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η δοκιμαστική περίοδος που συμφωνείται είναι ανάλογη του συνολικού χρόνου που προβλέπεται στη σύμβαση και, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/4 της συνολικής περιόδου απασχόλησης, με ανώτατο όριο τους 6 μήνες. Αν ανανεωθεί η σύμβαση για την ίδια θέση και τα ίδια καθήκοντα, δεν επιτρέπεται πρόβλεψη για νέα δοκιμαστική περίοδο.
  5. Αν η σχέση εργασίας ανασταλεί για οποιονδήποτε λόγο κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου, παρατείνεται αναλόγως η διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου.
  6. Σε κάθε περίπτωση και κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου, εφαρμόζονται όλες οι προστατευτικές για τον εργαζόμενο διατάξεις που συνδέονται με τη σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας του.

Σημειώνεται πως δεν τροποποιείται αλλά διατηρείται ως έχει η προϋπόθεση της συμπλήρωσης των δώδεκα μηνών υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη για τη θεμελίωση του δικαιώματος αποζημίωσης απόλυσης και τήρησης προθεσμίας προειδοποίησης κατά την καταγγελία. Τέλος, συστήνεται ανεπιφύλακτα ο εργοδότης να έχει τηρήσει συγκεκριμένα στάδια αξιολόγησης, ώστε να αποδείξει ότι πράγματι δεν ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις της εργασίας για την οποία προσλήφθηκε και να μην προκύψει σε περίπτωση προσφυγής στην δικαιοσύνη από τον εργαζόμενο καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, κάτι που θα οδηγούσε σε επαναπρόσληψη του εργαζόμενου.

Θανάσης Καρμίρης

Payroll Manager