...

Υπάρχει μια φράση που για πολλά χρόνια στην Ελλάδα ακουγόταν σχεδόν τόσο φυσιολογικά όσο το «με ή χωρίς ζάχαρη;».

«Με απόδειξη ή χωρίς;»

Και συνήθως ακολουθούσε η δεύτερη ερώτηση.

«Χωρίς, πόσο;»

100 με απόδειξη.

80 χωρίς.

Απλά πράγματα.

Ο πελάτης έφευγε χαρούμενος γιατί γλίτωσε 20 ευρώ.

Ο επαγγελματίας επίσης χαρούμενος γιατί η συναλλαγή απέκτησε ξαφνικά… ιδιωτικό χαρακτήρα.

Και κάπου μακριά, χωρίς να έχει προσκληθεί στη συζήτηση, υπήρχε και το κράτος.

Το οποίο μάλλον δεν ήταν τόσο χαρούμενο.

Αν το δεις λίγο πιο ψύχραιμα, αυτή η μικρή καθημερινή συναλλαγή εξηγεί ένα μεγάλο μέρος της λογικής πίσω από τη φοροδιαφυγή.

Και όχι, δεν είναι επειδή έχουμε κάποιο ειδικό γονίδιο.

Τελικά, είναι τόσο ελληνικό το «χωρίς απόδειξη»;

Μας αρέσει πολύ να πιστεύουμε ότι ορισμένα πράγματα συμβαίνουν μόνο εδώ.

Το διπλοπαρκάρισμα;

Θα μπορούσαμε να το συζητήσουμε.

Το «θα είμαι εκεί σε πέντε λεπτά» ενώ δεν έχουμε φύγει ακόμα από το σπίτι;

Επίσης δυνατό ελληνικό case.

Η φοροδιαφυγή όμως;

Όχι ακριβώς.

Συναλλαγές με μετρητά, εκπτώσεις που δημιουργούν ερωτήματα, μη έκδοση παραστατικών και προσπάθειες απόκρυψης εισοδήματος υπάρχουν στην Ιταλία, στην Ισπανία, στη Γερμανία, στις ΗΠΑ και σε πολλές ακόμη χώρες.

Γιατί;

Γιατί όπου υπάρχει μια συναλλαγή, υπάρχουν και κίνητρα.

Ο πωλητής θέλει να κρατήσει περισσότερα.

Ο αγοραστής θέλει να πληρώσει λιγότερα.

Και το κράτος θέλει τον φόρο που του αναλογεί.

Τρεις παίκτες.

Μόνο που κάποιες φορές οι δύο πρώτοι αποφασίζουν ότι το παιχνίδι παίζεται καλύτερα χωρίς τον τρίτο.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν συμφέρει και τους δύο

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο.

Η φοροδιαφυγή δεν είναι πάντοτε η ιστορία ενός επιχειρηματία που προσπαθεί μόνος του να κρύψει έσοδα.

Μερικές φορές είναι μια πολύ απλή συμφωνία.

«Αν δεν κόψουμε απόδειξη, μπορώ να σου κάνω καλύτερη τιμή.»

Ο ένας πληρώνει λιγότερα.

Ο άλλος δηλώνει λιγότερα.

Win-win.

Μόνο που υπάρχει και το κράτος.

Οπότε μάλλον win-win-lose.

Και εδώ το θέμα παύει να είναι απλώς ηθικό.

Γίνεται οικονομικό.

Αν μια παράβαση προσφέρει σημαντικό όφελος και η πιθανότητα να εντοπιστεί είναι μικρή, κάποιοι θα μπουν στον πειρασμό να την κάνουν.

Αν όμως αρχίσεις να αλλάζεις αυτή την ισορροπία, αρχίζει να αλλάζει και η συμπεριφορά.

Και κάπου εδώ μπαίνει στην ιστορία η τεχνολογία.

Κάποτε η απόδειξη μπορούσε απλώς να… εξαφανιστεί

Ας γυρίσουμε είκοσι χρόνια πίσω.

Δεν υπάρχει myDATA.

Δεν υπάρχουν διασυνδεδεμένα POS και ταμειακές όπως σήμερα.

Δεν υπάρχει IRIS.

Δεν υπάρχουν ψηφιακά δελτία αποστολής.

Δεν υπάρχουν ψηφιακά πελατολόγια.

Υπάρχουν βιβλία.

Χαρτιά.

Φάκελοι.

ERP.

Και, φυσικά, εκείνο το συρτάρι στο λογιστικό γραφείο που έχει δει πράγματα που εμείς δεν θα μάθουμε ποτέ.

Η φορολογική διοίκηση μπορούσε να ανακαλύψει μια ασυμφωνία μήνες αργότερα.

Ίσως και χρόνια.

Σήμερα η κατάσταση είναι αρκετά διαφορετική.

Η συναλλαγή αφήνει όλο και περισσότερα ψηφιακά ίχνη.

Και τα ίχνη έχουν ένα κακό συνήθειο.

Συνδέονται μεταξύ τους.

Το myDATA δεν είναι απλώς άλλη μία πλατφόρμα

Το 2025 μέσω του myDATA πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 3 δισεκατομμύρια διαβιβάσεις παραστατικών.

Τρία δισεκατομμύρια.

Αν προσπαθήσεις να το φανταστείς σε ντοσιέ, μάλλον θα χρειαστούμε μεγαλύτερη χώρα.

Το ενδιαφέρον όμως δεν είναι απλώς ο όγκος.

Είναι τι μπορεί να γίνει με αυτή την πληροφορία.

Γιατί δίπλα στο myDATA υπάρχουν πλέον τα POS.

Οι ταμειακές.

Η ηλεκτρονική τιμολόγηση.

Το IRIS.

Τα ψηφιακά δελτία αποστολής.

Τα ψηφιακά πελατολόγια.

Ξαφνικά, κομμάτια πληροφορίας που κάποτε βρίσκονταν σε διαφορετικά συρτάρια μπορούν να μπουν στην ίδια οθόνη.

Και τότε αρχίζουν οι ερωτήσεις.

Ο νέος ελεγκτής μπορεί να μην εμφανιστεί ποτέ στο μαγαζί

Σκεφτόμαστε συνήθως τον φορολογικό έλεγχο κάπως κινηματογραφικά.

Ανοίγει η πόρτα.

Μπαίνει ο ελεγκτής.

«Καλημέρα σας, ΑΑΔΕ.»

Μικρή ταχυπαλμία.

Ζητάει βιβλία, αποδείξεις, ταμείο.

Μόνο που ο έλεγχος πλέον μπορεί να έχει ξεκινήσει πολύ πριν ανοίξει αυτή η πόρτα.

Γιατί ένα σύστημα μπορεί να βλέπει:

Πόσες αγορές έχεις.

Πόσες εισπράξεις πέρασαν από POS.

Τι τζίρο δήλωσες.

Πόσους εργαζομένους απασχολείς.

Τι λειτουργικά έξοδα έχεις.

Και μετά να κάνει κάτι εξαιρετικά απλό.

Να ρωτήσει:

«Βγαίνει;»

Αν η απάντηση είναι «όχι και πολύ», τότε ίσως αξίζει κάποιος να κοιτάξει λίγο καλύτερα.

Αυτή είναι η μεγάλη αλλαγή.

Όχι ότι αποκτήσαμε περισσότερα πρόστιμα.

Αποκτήσαμε περισσότερες τελείες που μπορούν να ενωθούν.

Και φαίνεται ότι οι τελείες αρχίζουν να ενώνονται

Οι αριθμοί του 2025 έχουν ενδιαφέρον.

Η ΑΑΔΕ πραγματοποίησε 7.671 ελέγχους ΦΠΑ αξιοποιώντας δεδομένα POS και myDATA.

Το 2024 οι αντίστοιχοι έλεγχοι ήταν 2.801.

Αύξηση σχεδόν 174%.

Αλλά το πιο εντυπωσιακό δεν είναι αυτό.

Οι βεβαιώσεις από τους συγκεκριμένους ελέγχους ήταν περίπου 2,1 εκατ. ευρώ το 2024.

Το 2025;

Περίπου 47,9 εκατ. ευρώ.

Κάτι άλλαξε.

Και μάλλον δεν ήταν ότι οι ελεγκτές άρχισαν ξαφνικά να πίνουν περισσότερο καφέ.

Ήταν τα δεδομένα.

Και τώρα η ανατροπή: δεν είμαστε πια τόσο «κακοί» όσο νομίζουμε

Εδώ η ιστορία γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Γιατί αν ρωτήσεις δέκα Έλληνες ποια χώρα έχει τεράστιο πρόβλημα φοροδιαφυγής, πιθανότατα οι έντεκα θα απαντήσουν «η Ελλάδα».

Έχουμε μια μικρή αδυναμία στην αυτοκριτική.

Στο VAT gap, όμως, η εικόνα έχει αλλάξει.

Τα τελευταία συγκρίσιμα ευρωπαϊκά στοιχεία τοποθετούν την Ελλάδα περίπου στο 11,4%.

Το 2019 ήταν περίπου 24%.

Σχεδόν το μισό μέσα σε λίγα χρόνια.

Λύσαμε τη φοροδιαφυγή;

Προφανώς όχι.

Αλλά κάτι πολύ ενδιαφέρον συνέβη.

Οι κανόνες άρχισαν να αλλάζουν.

Και μαζί τους άρχισε να αλλάζει και η συμπεριφορά.

Γιατί τελικά δεν χρειάζεται να αλλάξεις τον Έλληνα

Εδώ έρχεται λίγο game theory.

Μην τρομάζετε.

Δεν θα έχει εξετάσεις στο τέλος.

Ας πούμε ότι κάποιος σκέφτεται να κρύψει μια συναλλαγή.

Υπάρχει το κέρδος που θα έχει αν το κάνει.

Υπάρχει η πιθανότητα να εντοπιστεί.

Και υπάρχει το κόστος αν εντοπιστεί.

Σε πολύ απλή μορφή:

Όφελος φοροδιαφυγής > πιθανότητα να σε πιάσουν × κόστος αν σε πιάσουν

Αν η πρώτη πλευρά μοιάζει πολύ μεγαλύτερη, η παράβαση φαίνεται ελκυστικότερη.

Αν όμως η πιθανότητα εντοπισμού αυξηθεί σημαντικά, η εξίσωση αλλάζει.

Και μαζί της αλλάζει η απόφαση.

Δεν άλλαξε ξαφνικά ο χαρακτήρας του ανθρώπου.

Άλλαξαν τα κίνητρα.

Βέβαια, δεν μπορεί το κράτος να ζητάει μόνο περισσότερους ελέγχους

Εδώ χρειάζεται να είμαστε δίκαιοι και προς την άλλη πλευρά.

Δεν μπορείς να έχεις ένα φορολογικό σύστημα περίπλοκο, με συνεχείς αλλαγές, πολλές υποχρεώσεις, υψηλές επιβαρύνσεις και ατελείωτη γραφειοκρατία και η μοναδική απάντηση να είναι:

«Θα βάλουμε άλλη μία πλατφόρμα.»

Γιατί τότε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μην έχεις ψηφιακό μετασχηματισμό.

Να έχεις απλώς γραφειοκρατία με password.

Η πραγματική λύση είναι πολύ πιο απλή στη θεωρία και αρκετά δυσκολότερη στην πράξη:

Να είναι εύκολο να είσαι νόμιμος και δύσκολο να είσαι παράνομος.

Απλοί κανόνες.

Σταθερότητα.

Λογικές επιβαρύνσεις.

Αυτοματισμοί.

Λιγότερη ταλαιπωρία για τον συνεπή.

Και πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα εντοπισμού για εκείνον που συστηματικά προσπαθεί να μείνει εκτός συστήματος.

Το ελληνικό δαιμόνιο ίσως τελικά να είναι απλά… μαθηματικά

Μας αρέσουν οι μεγάλες εξηγήσεις.

«Έτσι είμαστε εμείς οι Έλληνες.»

«Αυτή είναι η νοοτροπία μας.»

«Δεν αλλάζει αυτός ο λαός.»

Κι όμως.

Ο ίδιος άνθρωπος που κάποτε ρωτούσε:

«Χωρίς απόδειξη πόσο;»

σήμερα πληρώνει με POS.

Αύριο μπορεί να πληρώνει με IRIS πριν φτάσει καν ο λογαριασμός στο τραπέζι.

Δεν άλλαξε DNA.

Δεν ξύπνησε διαφορετικός άνθρωπος.

Άλλαξε το περιβάλλον γύρω του.

Και αυτό ίσως είναι το πιο αισιόδοξο κομμάτι όλης της ιστορίας.

Δεν χρειάζεται να αλλάξεις έναν ολόκληρο λαό για να αλλάξεις μια οικονομική συμπεριφορά.

Χρειάζεται να φτιάξεις καλύτερα το παιχνίδι.

Καλύτερους κανόνες.

Καλύτερα κίνητρα.

Καλύτερες διασταυρώσεις.

Και ένα σύστημα στο οποίο το να είσαι νόμιμος είναι απλούστερο από το να προσπαθείς να κρυφτείς.

Τελικά, λοιπόν, το περίφημο «ελληνικό δαιμόνιο» μπορεί να μην είναι και τόσο μυστηριώδες.

Λίγα οικονομικά.

Λίγο game theory.

Πολλά δεδομένα.

Και επειδή είμαστε στην Ελλάδα…

ένα ούζο δεν έβλαψε ποτέ κανέναν.

Νίκος Καραμάνος

Οικονομολόγος, Φορολογικός Σύμβουλος | Συν-ιδρυτής και CFO στην AFS